Ένα ποίημα

π2

 ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΕΜΠΝΕΥΣΜΕΝΑ ΚΑΙ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΑ

ΣΤΗ  ΖΩΝΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΡΚΑΔΙΑ

ironic-twist

 «Ζ Ω Ν Η»

Μικρό χωριό μου, γραφικό, στης Γορτυνίας την άκρη,

σαν σε θωρώ απ’ τα μάτια μου αργοκυλά ένα δάκρυ.

Θρηνώ για την ερήμωση π’ ολούθε αντικρίζω,

όταν τα σπίτια σου κοιτώ, στους δρόμους τριγυρίζω.

Τ’ αμπέλια σου ρημάξανε, οι ελιές σου δεν καρπίζουν

και στις αυλές σου λούλουδα στις γλάστρες δεν ανθίζουν.

Ήταν τα χρόνια τα παλιά, χρόνια ευλογημένα,

όλα τα παραθύρια σου διάπλατα ανοιγμένα.

Τώρα, χωριό μου, όμορφο, κλειστές είναι οι στράτες

και λιγοστοί κυκλοφορούν στα μέρη σου διαβάτες.

Πικρές στο νου οι θύμησες και πώς να τις γιατρέψεις,

μα εύχομαι Ζουνάτι μου πάλι να ζωντανέψεις.

Ν’ ανοίξουνε τα σπιτικά, οι αυλές να πρασινίσουν

κι οι δρόμοι σου με παιδικές φωνούλες να γεμίσουν…

Ζαχαρούλα Γαϊτανάκη

ΣΤΗΝ ΤΑΒΕΡΝΑ «ΤΑ ΠΛΑΤΑΝΙΑ»

Στην ταβέρνα του χωριού μας 

θ’ ανταμώσουμε η παρέα,

για να πιούμε τον καφέ μας,

να περάσουμε ωραία.

Αν πεινάσουμε, «της ώρας»,

κάτι νόστιμο θα ψήσει

στην κουζίνα ο Παναγιώτης

για να μας ευχαριστήσει.

Η Μαρία με τα γλυκά της 

απ’ τα ικανά της χέρια,

θα μας πάει απ’ τη Ζώνη 

ταξιδάκι ως τ’ αστέρια.

Στα «Πλατάνια» του χωριού μας,

την φιλόξενη ταβέρνα,

Ζωναταίε  κι επισκέπτη,

θα χαρείς, γι’ αυτό και πέρνα. 

      Ζαχαρούλα Γαϊτανάκη

(Ζώνη, 28 Νοεμβρίου 2016)

 

«ΟΡΑΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΟΘΟΙ»

Να ’χα  χορίδι άσβεστο πέτρας λευκής καρδιάς της,

λίγο παρθένο λιόλαδο της μάνας γης ελιάς της,

από κορφή ψηλού βουνού ανέγγιχτο νεράκι

και από χώρα μακρινή, του Ινδικού λουλάκι,

θα ’φτιαχνα μαγική μπογιά, σαν τ’ ουρανού το θόλο,

να βάψω όλο το χωριό για τον καινούργιο χρόνο.

Με χαμομήλι του Μαγιού, ροδόφυλλα παρθένα

και με νεράκι του χιονιού θα γιόμιζα μια στέρνα.

Να πίνουνε, να λούζονται, πάλι παιδιά να γίνουν

και με καθάρια την ματιά να βλέπουν, πριν να κρίνουν.

Πολλά κοινά οράματα, δικά τους ή δικά μας,

μπορούν πάλι ν’ ανθίσουνε την ΖΩΝΗ της καρδιάς μας.

Το ρόϊδο μου το τσάκισα στου χωριού την εμπασιά,

μόνο χαρές του να ’χετε για μια Καλή Χρονιά.

 Ηλίας Λ. Λαμπρόπουλος


« ΖΩΝΗ ΜΟΥ »

Να ‘σουν λυγερή πολύ θα σε ποθούσα,
να ‘σουν όμορφη πάλι θα σ’ αγαπούσα,
να ‘χες νερά τρεχούμενα και νερομάνες βρύσες,
να ‘χες λιβαδότοπους θα σε κορφολογούσα,
έστω μια αυλακιά νερό στ’ Αυγουστινό λιοπύρι
να σκύβω να δροσίζομαι, προσκύνημα να κάνω.
Να ‘χες τα σπίτια τα τρανά και ξακουσμένα κάστρα,
χωράφια με χώματα παχιά, κήπους ολανθισμένους,
ολοχρονίς ν’ ανθίζουνε, μελίσσια να βουϊζουν.
Να ‘χες αμπέλια στη σειρά, Διόνυσος να γινόμουν,
άρχοντα θα μ’ έκανες μεσ’ το αρχοντικό σου.
Τι έρωτας είναι αυτός σαν το βυζί της μάνας,
πρωτάγγιγμα, πρωτέρωτας, στη μνήμη χαραγμένα,
νοσταλγικά θυμήματα στο γύρισμα του χρόνου.
Έτσι σε πρωταντίκρυσα στα παιδικά μου μάτια,
αετοφωλιά στο νου κι εγώ αετόπουλό σου,
να βλέπω την ανατολή, στην δύση καρτερώντας.
Αντίκρυ ολόγυρα χωριά σε στεφανώνουν σαν ταπεινή φωλιά.
Στα χρόνια που περάσανε δεν το ‘χω ξεδιαλύνει:
είσαι πάθος, αγάπη, έρωτας ή ακόμα κάτι;
ΖΩΝΗ μου, είσαι η ζωή, της μάνας πρώτο χάδι.

3 Μαρτίου 2012

ΗΛΙΑΣ Λ. ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ


« ΖΟΥΝΑΤΙ »

Ζουνάτι σ’ έλεγαν παλιά,
τώρα σε λένε Ζώνη
κι όποιον κρατάς στην αγκαλιά,
για σένα καμαρώνει.

Ζώνη, μ’ αρέσει πιο πολύ,
σε θέλω κι ως Ζουνάτι,
πατάς σε δρόμο με χαλί
κι ας ήσουν μονοπάτι.

Ζωσμένη με αρματωσιά
στη γη σου μάχες δίνεις,
προσμένοντας καλή σοδειά
αγρότισσα κι αν μείνεις.

Ελπίδες δίνεις και ζωή,
το θηλυκό σου πάει,
μητέρα είσαι κι αδελφή
γι’ αυτόν που σ’ αγαπάει.

Στα ξένα μέρη, θα σ’ το πω,
πλοκάμια κι αν απλώνεις,
με ρίζες, άνθη και καρπό
εσύ θα τα ενώνεις.

Ζουνάτι σ’ έλεγαν παλιά,
τώρα σε λένε ΖΩΝΗ
κι όποιον κρατάς στην αγκαλιά,
για σένα καμαρώνει.

ΣΠΥΡΟΣ Κ. ΚΑΡΑΜΟΥΝΤΖΟΣ

Μελίσσια, 25-9-2011


« ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΧΩΡΙΟ »

Το μικρό χωριό
δε σου δίνει ευκαιρίες
να βγάλεις πολλά λεφτά
ή να πάρεις πτυχία
και άλλους επιστημονικούς
ή καλλιτεχνικούς τίτλους
αλλά σου διατηρεί
την ηρεμία της ψυχής,
σου χαρίζει τη μαγεία της φύσης
και σε εντάσσει σε μια ευρύτερη
οικογένεια ανθρώπων.

ΠΟΤΗΣ ΚΑΤΡΑΚΗΣ
(Απο τη συλλογή του «Οι λεπτομέρειες»)


Η Ιστορία του Νερού

ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΜΑΣ ΤΑ ΠΗΓΑΔΙΑ

Του χωριού μα τα πηγάδια, είναι πέτρινα καμάρια,
με τ’ αλώνια στολισμένα, πλάκες πέτρας καμωμένα,
με κορύτες λαξεμένες από πέτρες τιμημένες,
έχει αγκωνάρια χείλη με περίμετρο στρογγύλη.

Πληγωμένα απ’ τις τριχιές, δείχνουν ιστορίες παλιές,
απ’ το πέρασμα των αιώνων ως τη δίψα των προγόνων,
κάθε πλάκα και λιθάρι ιστορεί κρυφό καμάρι
πόσες γέννες να περάσαν, πόσοι νιοι να ξεδιψάσαν.

Φορτωμένες με βαρέλες πήγαιναν γριές, κοπέλες,
με μια τέσα να γεμίσει, πλάτη να την κουβαλήσει,
για το λιγοστό νεράκι όλοι τρέχνα το βραδάκι,
το νερό να ‘χει δροσίσει πριν αηδόνι τραγουδήσει.

Και τα ζώα ξεδιψούσαν, από κάματο αργούσαν
πριν ο ήλιος πάει να δύσει, την κορύτα προσκυνήσει,
με νερό να ξαποστάσει, άλλη μέρα να προφτάσει…
Άλλαξαν πολλά στα χρόνια, βρύσες μπήκαν στα μπαλκόνια.

Ξεχαστήκαν τα Πηγάδια, μόνα έμειναν ρημάδια,
απονιά μεγάλη δείξαν, άσπλαχνα τα εγκαταλείψαν.
Άλλοι πήραν και ξηλώσαν, άλλοι τα ξεχαρβαλώσαν.

Τώρα πάλι απ’ την αρχή, τούς δώσαν την παλιά μορφή.
Όλοι αυτοί καλά να ‘ναι, κόπους, χρήμα δεν μετράνε.
Η ιστορία του νερού, είν’ τα Πηγάδια του χωριού.
Όταν νέοι θα πηγαίνουν, κάτι λίγο θα μαθαίνουν.

Στου Αυγούστου τα φεγγάρια θα τα έχουμε καμάρια,
τους νέους μας και τα Πηγάδια για τα μουσικά τους βράδια.

ΗΛΙΑΣ  Λ. ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ

« ΤΑ ΑΡΚΑΔΙΑΝΑ ΒΟΥΝΑ »

Στο Ρόβολο ανγαντεύω
με το μάτι διαφεντεύω
Ζώνη, Κατσίμπαλι, Μαυριά,
ταξιδεύει ο νους μακριά.

Από το Διάσπρο καμαρώνω
της Καρύταινας το θρόνο,
το όμορφο ψηλό της κάστρο,
λαμπερό ημέρας άστρο.

Νύχτα στο Λύκαιο ν’ ανεβώ,
την ανατολή θέλω να δω,
ήλιος στο Ραπούνι να βγει
χρώματα να δώσει η γη.

Άμα ήλιος πα να δύσει,
το Ναό θε να φωτίσει
του Επίκουρου τη χάρη,
των Αρκάδων το καμάρι.

Όταν βγει και το φεγγάρι,
στρογγυλό και γιοματάρι,
στο Ραπούνι να ψηλώνει,
κόκκινος ο ήλιος σώνει.

Αυτή είναι η ομορφιά
απ’ τ’ Αρκαδιανά βουνά,
Πελασγών είναι πατρίδα,
των Ελλήνων η κοιτίδα.

ΗΛΙΑΣ  Λ. ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ


« ΤΟ ΚΑΜΠΑΝΑΡΙΟ ΤΗΣ ΖΩΝΗΣ »

Όταν μπαίνεις για το χωριό
συναντάς το καμπαναριό,
ένα όμορφο στολίδι
του χωριού το δακτυλίδι.

Από πέτρα καμωμένο
στ’ αγκωνάρια σκαλισμένο,
πέτρινα τα σκαλοπάτια,
με σπονδυλωτά κομμάτια.

Όμορφο τον τρούλο έχει,
τόσο βάρος πώς αντέχει,
να πατά οκτώ κολώνες,
πόσους άντεξε αιώνες.

Στον εξώστη αν ανεβείς,
ένα γύρω πολλά θα δεις,
τις καμπάνες να χτυπήσεις
τον κάμπο θε να αρμενίσεις.

ΗΛΙΑΣ Λ. ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ


« ΖΩΝΗ »

Σαν τη Ζώνη δεν υπάρχουνε

πολλά χωριά στην πλάση,

με αρχαία ιστορία,

οικογένεια, Θρησκεία.

Ο Ναός του Άη – Δημήτρη

με τη θύρα  ανοιγμένη,

τους πιστούς καλωσορίζει,

όλοι είναι ευλογημένοι.

Η πλακόστρωτη πλατεία

με τα δένδρα τα ψηλά,

τον καθένα ξεκουράζει

η εράσμια ομορφιά.

Με αγάπη κι αρμονία

να βαδίζετε μπροστά,

φίλοι μου αγαπημένοι

εύχομαι απ’ την ξενιτιά.

Χριστίνα Ιατρού  – Σοϊταρίδη.

Μελβούρνη,  9  Μαϊου   2016.


old-fashioned-pen-and-scroll-photo